Ο γύφτος που μισθοδοτώ

datsun.jpgΔέκα χρόνια σε ένα διαμέρισμα είναι πολλά, τουλάχιστον για μένα. Η ιστορία της ζωής μου θα μπορούσε να γραφτεί με βάση τα σπίτια που άλλαξα, μικρά άθλια δωμάτια και υπερτιμημένα στούντιο, όπου προσπαθούσαν να στριμωχτούν όπως όπως το κρεββάτι, το πλυντήριο και τα όνειρά μου. Αυτά σκεπτόμουν το περσινό καλοκαίρι κλεισμένος μέσα στο σπίτι το φτιαγμένο με τσιμεντόλιθους, ίσως μπορείτε να το φανταστείτε, θερμάστρα το καλοκαίρι και ψυγείο το χειμώνα. Αλλά είχα επιτέλους χρόνο και διάθεση για αλλαγή κι έτσι πήρα την απόφαση, άρχισα να ψάχνω και ανακάλυψα ένα σπίτι που μου άρεσε. Ήταν ένα ισόγειο διαμερισματάκι με αυλή, μου φάνηκε σαν..αναβάθμιση, μια αυλίτσα να αράζω τις νύχτες του καλοκαιριού.

Εκεί καθόμουν λοιπόν το πρωινό της μετακόμισης, στο παλιό μπλε καναπεδάκι που η μεταφορική είχε αφήσει στην αυλή, απολαμβάνοντας τον καφέ μου. Ήμουν όμως δύσθυμος γιατί σκεπτόμουν πως είχα και πάλι διαπράξει ένα από τα συνηθισμένα μου λάθη. Ίσως από έλλειψη αποφασιστικότητας ή από συναισθηματική αδυναμία, μετέφερα στο καινούριο σπίτι πράγματα που είχα αποφασίσει να ξεφορτωθώ. Το μικρό μπλε καναπεδάκι που καθόμουν, για παράδειγμα, ήθελα να το πετάξω. Την τελευταία στιγμή όμως μετάνιωσα και σκέφτηκα να το στριμώξω σε μια γωνιά, αν και είχα έναν καινούριο, πιο άνετο, καναπέ. Σε αυτές ακριβώς τις…περίπλοκες σκέψεις με πέτυχε ο Μπάμπης.
…Ο Μπάμπης λοιπόν εμφανίστηκε οδηγώντας αργά στο στενό δρομάκι μπροστά από την αυλή μου. Είχε ένα ασημί αγροτικό αυτοκίνητο με μεγάλη καρότσα. Ψηλά στο κάγκελο της καρότσας, που ήταν γεμάτη με παλιά και άχρηστα αντικείμενα, υπήρχε βιδωμένο ένα μεγάφωνο. Ρυθμισμένο καθώς ήταν στη διαπασών, έμοιαζε με κακόφωνο εκσυγχρονισμό των παλιών τελάληδων. “Όλα τα παλιά μαζεύω, ο παλιατζής, σίδερα, έπιπλα, πλυντήρια…”- και η λίστα συνεχιζόταν, με την παράθεση κι άλλων πεταμένων πια αντικειμένων του αστικού κόσμου. Όπως παρατηρούσα την πραμάτεια του σκεφτόμουν ότι πολλά από αυτά ήταν άχρηστα από τότε που αγοράστηκαν . Αλλά ο Μπάμπης δεν μου άφησε περιθώριο να συνεχίσω τις σκέψεις μου. Σταμάτησε στην είσοδο της αυλίτσας, κλείνοντας ουσιαστικά το μικρό δρομάκι.

-“Καλημέρα κύριος, έχετε παλιά;” είπε με μια ελαφρά γύφτικη προφορά και αμέσως κατέβηκε σβέλτα από το αυτοκίνητο. Παρατήρησα τον μικρόσωμο άντρα, θα ήταν γύρω στα τριάντα, και μου έκανε έκπληξη πόσο καλοντυμένος ήταν. Φορούσε δερμάτινα παπούτσια και μαύρο τεριλέν παντελόνι, με άσπρο πεντακάθαρο και καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Για να είμαι ειλικρινής ο…παλιατζής ήταν πολύ πιο καλοντυμένος από μένα, που δεν διακρίνομαι άλλωστε για την υψηλή επιμέλεια στην εμφάνισή μου.
-” Σκέπτομαι να σου δώσω αυτό το παλιό καναπεδάκι, υπάρχει και μια σπασμένη πολυθρόνα επίσης” του απάντησα. “Για την πολυθρόνα είμαι σίγουρος, μπορείς να την πάρεις, αλλά για το καναπεδάκι δεν έχω ακόμη αποφασίσει. Ξέρεις είμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί του.” Δεν είχα σκοπό φυσικά να περιγράψω στον πλανόδιο έμπορο τις.. περιπέτειες που είχε ζήσει το ιστορικό καναπεδάκι τα περασμένα δέκα χρόνια που το είχα στην κατοχή μου. Εξ άλλου οι πληγές της υπερβολικής του χρήσης ήταν ορατές πια, χώρια τις τόσες στιγμές που είχαν καταφύγει στη μνήμη μου και τις ανακαλούσα σαν κινηματογραφικό φλασ μπακ. Φαίνεται όμως πως δεν χειριζόμουν καλά το θέμα. Ήταν φανερό πως ο Μπάμπης αδιαφορούσε πλήρως για τα συναισθήματά μου. Αντίθετα έριχνε κοφτές ματιές πότε σε μένα, πότε στο καναπεδάκι και με άφηνε να μιλάω. Στο τέλος μου…έραψε το κοστουμάκι μου.
– “Θα σας στοιχίσει δέκα ευρώ κύριος”, μου είπε κοφτά και με κύτταξε στα μάτια. Η αλήθεια είναι πως ξαφνιάστηκα. Ήξερα από παλιότερες συναλλαγές με παλιατζήδες ότι μπορούσα να πάρω ένα ευτελές αντάλλαγμα ανάλογα με τα παλιά που τους έδινα ή τουλάχιστο να μην πληρώσω τίποτα.
-“Δεν είναι πολλά αυτά που ζητάς;”, τον ρώτησα με μια σαφώς τσιγκούνικη έκφραση. Ο Μπάμπης τότε έγινε πολύ ομιλητικός, συχνό στους τσιγγάνικους λαούς, και άρχισε να μου εξηγεί ότι ο καναπές ήταν μεγάλος, ότι δεν είχε χώρο να τον βάλει και έπρεπε να ξεφορτώσει πρώτα, πως το πετρέλαιο τού στοιχίζει και οι δουλειές δεν πάνε καλά, ότι πληρώνει το “τσιγγάνικο δάνειο” που πήρε γιατί η μάνα του είχε καρκίνο και έπρεπε να την χειρουργήσει, πως οι γιατροί του ζήταγαν πάρα πολλά και δεν τα είχε. Πως έχει πέντε παιδιά και ο παδιάτρος του είπε να τους αγοράζει νουνού κιντ και άλλα πολλά μέχρι να καταλήξουμε στην εξής πρόταση.
– “Συγνώμη κύριος, ντρέπομαι που στο ζητώ, αλλά έχω ανάγκη. Μπορώ να περνάω κάθε μήνα να μου δίνεις πέντε ευρώ για το γάλα των παιδιών;”

Ήμουν κάπως αμήχανος με την πειστική επιχειρηματολογία του Μπάμπη. Πρίν προλάβω να εκπλαγώ με την εφευρετικότητα των ληστρικών ελληνικών τραπεζών, τσιγγάνικο δάνειο ναι καλά διαβάζετε, βρέθηκα αμέσως με δίλημμα καρφωμένο στον συναισθηματικό μου κόσμο, ένα κόσμο που ο Μπάμπης είχε, κατά πως φαίνεται, ταχύτατα μελετήσει. Να στερήσω από τα αγγελούδια το νουνού κιντ; Δεν ήταν ανθρώπινο, σίγουρα όχι. Από την άλλη όμως παρατηρούσα καχύποπτος το επιμελημένο του ντύσιμο και σκεπτόμουν ότι θα έβαζα ακόμα ένα μερτικό στον αναιμικό μου μισθό. Μερικές στιγμές σιωπηρής αναποφασιστικότητας κύλησαν. Μετά έβγαλα από το πορτοφόλι μου πέντε ευρώ και τα έδωσα στον Μπάμπη.
-“Ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε Τάκη” είπε ο νεαρός γύφτος και εξαφάνισε ταχύτατα το πεντάευρω στην τσέπη του. “Με το καναπεδάκι τι θα γίνει;” με ρώτησε αμέσως μετά με ένα ελαφρύ χαμόγελο.
-“Άστο, θα το κρατήσω”, του είπα με ένα κουρασμένο ύφος.
-“Εντάξει κύριος” απάντησε ο Μπάμπης και έβαλε μπροστά το αγροτικό του αυτοκίνητο. Με τη γνωστή κασέτα στη διαπασών κίνησε αργά για τον επόμενο δρόμο.

Μετά από ένα μήνα χτύπησε τη πόρτα η Μαρία. Αυτή ήταν μια ζωηρή και πολύ όμορφη γύφτισα με χρυσό δόντι που μου είπε μια ιστορία για ένα κοριτσάκι που είχε καρκίνο στον εγκέφαλο και έπρεπε να χειρουργηθεί στην Αγγλία. Μου “πούλησε” κι άλλες υπηρεσίες όπως εξαγνισμό του σπιτιού με αγιασμό, μου “διάβασε” και στο χέρι ότι ένα κακό, γυναικείο, μάτι με κατατρέχει. Τα είχε όλα κοστολογημένα. Ο εξαγνισμός του σπιτιού ήταν νομίζω ο πιο ακριβός , κάπου εκατό ευρώ. Έβγαλα άλλα πέντε ευρώ και της τα έδωσα. Την παρακάλεσα μόνο να φύγει γρήγορα, γιατί είχα δουλειά.

Κάπως έτσι απέκτησα τους γύφτους που μισθοδοτώ. Δεν έχει κανένα σπουδαίο μήνυμα αυτή η ιστορία, παρ’ εκτός ίσως μια παράκληση να προσέχετε όταν εκδηλώνετε τα συναισθήματα σας. Μπορεί να κοστολογηθείτε 😛 Κι επίσης μια παρατήρηση. Στην ταλαίπωρη ετούτη πατρίδα, όλοι ψάχνουν ένα μισθουλάκι. Για το νουνού κίντ, καταλαβαίνετε :).

Τουλάχιστον μου έμεινε το καναπεδάκι… Έστω κι αν το τρώει το σαράκι…

http://tiny.cc/iq5knx

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.