Η Χιλιοστή Γενιά – Μέρος 1ο

Κάποτε υπήρχε ένας ποταμός που διέσχιζε μια κοιλάδα. To κλίμα ήταν εύκρατο και τα ιζήματα από το ποτάμι την μετέτρεπαν σε ένα τόπο εύφορο και θελκτικό για την ζωή. Έτσι λοιπόν η ευλογημένη κοιλάδα είχε πλούσια χλωρίδα που την αποτελούσαν δέντρα με παχύ ίσκιο και πλούσιο χορτάρι. Αυτό το καταπράσινο χορτάρι ήταν ο λόγος που ζούσε εκεί ένα μεγάλο κοπάδι από πρόβατα. Τα πρόβατα αυτά ήταν ίσως τα πιο ευτυχισμένα που έζησαν στον πλανήτη. Ποτέ δεν τα απείλησε κανένα αρπακτικό, ποτέ δεν εμφανίστηκε κάποιος βοσκός να τους πάρει το γάλα και να τα σφάξει για να τραφεί. Έτσι ζούσαν για αιώνες εκεί και αυξάνονταν ίσα με 1000 προβατίσιες γενιές.

Η κοιλάδα ήταν πολύ μεγάλη και καλά προστατευμένη, σχεδόν απρόσιτη, καθώς απλωνόταν ανάμεσα σε ψηλά βουνά. Κάπου στο τέλος της όμως, το ποτάμι έκανε μερικά ζικ ζακ και τα γηραιότερα πρόβατα λέγανε πως εκεί υπήρχε ένας καταρράκτης. Κανένα όμως από τα πρόβατα δεν μπορούσε να το πει με σιγουριά καθώς εκείνο το μέρος ήταν το σκοτεινό σημείο τηςονειρεμένης τους ζωής. Όσα ζώα από το κοπάδι, μετά από πάρα πολλά χρόνια, γερνούσαν τόσο μέχρι που δεν μπορούσαν να κουνήσουν σχεδόν καθόλου τα

γέρικα πόδια τους, ξεκινούσαν
κούτσα κούτσα το ταξίδι για το τέλος της κοιλάδας μέχρι που εξαφανίζονταν ανάμεσα στα στενά του ποταμού και κανείς δεν τα ξανάβλεπε ποτέ. Ήταν ένα μυστήριο που το κοπάδι ήταν απρόθυμο να εξιχνιάσει. Ούτε και κανένα από τα πρόβατα μιλούσε, βέλαζε θέλω να πω(smile), για τα χαμένα γεροπρόβατα. Ίσως στο συλλογικό τους ασυνείδητο απωθούσαν την
σκιά αυτή της μακάριας κατά τα άλλα ζωής τους. Στο βάθος όμως πιστεύω πως το κοπάδι δεν είχε τις περίπλοκες ευαισθησίες των ανθρώπινων όντων. Φαίνεται πως κάποιος αόρατος
δημιουργός, ο Θεός ίσως, τα είχε προγραμματίσει κατ’ αυτό τον τρόπο. Και έτσι κυλούσε η ζωή στην κοιλάδα μέχρι την Χιλιοστή γενιά…

Όταν λοιπόν το κοπάδι έφτασε στην χιλιοστή γενιά του, αρχηγός του ήταν ένα εντυπωσιακό κριάρι με όμορφα γυριστά κέρατα που ονομαζόταν Βαρβάτος. Στην πραγματικότητα η ηγεσία
δεν ήταν και τόσο απαραίτητη στο κοπάδι αλλά τα αρσενικά διοργάνωναν δύο φορές το χρόνο αγώνες με…κουτουλιές. Όποιο κριάρι κέρδιζε τα υπόλοιπα στις σκληρές μάχες, έπαιρνε
και τον τίτλο του αρχηγού. Το τυχερό κριάρι λοιπόν, είχε συνήθως κοντά του ένα ολόκληρο …επιτελείο από προβατίνες, να μην σας το εξηγήσω περαιτέρω, καταλαβαίνετε .
Ανάμεσα τους λοιπόν υπήρχε και μια έφηβη προβατίνα, η Αταχτούλα. Στην κοινωνία των προβάτων οι προβατίνες συνωστίζονταν γύρω από τον αρχηγό του κοπαδιού και προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοιά του. Η Αταχτούλα, που ήταν μια πολύ ανήσυχη έφηβη, έψαχνε ένα τρόπο να εντυπωσιάσει τον Βαρβάτο. Σκέφτηκε λοιπόν μια μέρα που χοροπηδούσε χαρούμενη στο χορτάρι να λύσει το μυστήριο του καταρράκτη. Η ιδέα την είχε εξιτάρει και σκεπτόταν μέρες πως θα την υλοποιήσει. ΄Ωσπου συνέβη κάτι που πίστεψε πως ήταν η ευκαιρία της…
Τα πρόβατα ζουν συνήθως μέχρι τα δεκαπέντε χρόνια. Ο Αρχαίος όμως, όπως τον αποκαλούσαν όλοι, είχε περάσει πια τα 60 χρόνια, κάτι σπάνιο ακόμη και για το προνομιούχο κοπάδι μας. Ήταν πια σχεδόν τυφλός και τα κόκαλα του υπέφεραν από φρικτές αρθρίτιδες, μπορούσε κανείς να τα ακούσει να τρίζουν δυνατά σε κάθε του κίνηση. Τα ασταθή βήματά του και το αγκομαχητό έγιναν αμέσως αντιληπτά στο θορυβώδες κοπάδι, που εκείνο το πρωί ήταν παράξενα σιωπηλό. ο Αρχαίος προχωρούσε σιγά σιγά πρός το πεπρωμένο του, χωρίς φιλοσοφική διάθεση για τη ματαιότητα της ζωής. Τον απασχολούσε πάρα πολύ ο ανυπόφορος πόνος που τον ακολουθούσε σε κάθε του βήμα και δυνάμωνε συνεχώς. Τότε ήταν που η
Αταχτούλα άδραξε την ευκαιρία. Πήγε όλο νάζι και τσαχπινιά στον Βαρβάτο,που είχε ξεμείνει κάπου στην άλλη άκρη της κοιλάδας και χρησιμοποιώντας το πιο μελιστάλαχτο βέλασμά της τον παρακάλεσε να την αφήσει να συνοδέψει για λίγο το γέρικο πρόβατο μέχρι την πρώτη στροφή του ποταμού.
– “Δεν θα τα καταφέρει ο καημένος χωρίς κάποια βοήθεια, είναι πολύ γέρος…” συμπλήρωσε απευθυνόμενη στον αρχηγό του κοπαδιού. Ο αρχηγός που ερωτοτροπούσε ξεδιάντροπα με δύο
μαλλιαρές προβατίνες, πιθανόν δεν πρόσεξε και πολύ τα λόγια της νεαρής. Ίσως ήταν και μια στιγμή αδυναμίας του κυρίαρχου αρσενικού, που ορέχτηκε την άγουρη προβατίνα που
του ζήταγε χάρη και δεν θέλησε να της χαλάσει το χατήρι
-“Ας είναι” της είπε με το βροντερό του βέλασμα, “μόνο μέχρι την πρώτη στροφή του ποταμού”.
-“Εντάξει αρχηγέ”, του είπε η Αταχτούλα με ψεύτικη ταπεινοφροσύνη, “ούτε βήμα παραπάνω”.

Πατήστε για το δεύτερο μέρος