Η Χιλιοστή Γενιά – Μέρος 2ο

Η ΑταχτούλαΚάποιοι την έλεγαν και Μαντάμ, γιατί ήταν πολύ φιλάρεσκη και δεν είχε μεγαλώσει ποτέ τα αρνάκια που γεννούσε. Συνήθως τα περιμάζευαν οι άλλες μανάδες του κοπαδιού και τα βύζαιναν μαζί με τα δικά τους. Την ίδια την ενδιέφερε πιο πολύ το ερωτικό παιχνίδι, συνεχώς αποζητούσε την παρέα κάποιου αρσενικού. Αυτή την περίοδο είχε γοητεύσει με τα κόλπα της τον Βαρβάτο και τον είχε ξελογιάσει τόσο, ώστε να παραμελεί τις, όχι και τόσο πολλές, υποχρεώσεις του σαν αρχηγός του κοπαδιού. Η Μαντάμ που λέτε ήταν μπροστά στην συζήτηση με την Αταχτούλα και συνοφρυώθηκε ακούγοντάς την. Δεν παρενέβη όμως αλλά περίμενε να απομακρυνθεί η μικρή και τότε είπε:
-“Είναι φρόνιμο άρχοντά μου αυτό που μόλις επέτρεψες να γίνει; Ποτέ κανένας αρχηγός δεν έδωσε συνοδεία στο τελευταίο ταξίδι“.
-” Έχεις δίκιο ομορφιά μου“, απάντησε ο γαλίφης αρχηγός, “αλλά και ποτέ κανείς δεν το ζήτησε!” Και με αυτή την σύντομη απάντηση έκοψε την όρεξη της Μαντάμ και μετά έσπευσε, με
τον δικό του καθόλου εκλεπτυσμένο τρόπο, να της υπενθυμίσει ότι για άλλη δουλειά την είχε εκεί και όχι για να του κάνει ερωτήσεις…

Έχοντας εξασφαλίσει την άδεια του αρχηγού, η Ατακτούλα διέσχισε περιχαρής την απόσταση ως τον Αρχαίο, κουτουλώντας και κλωτσώντας μερικές φορές τα άλλα πρόβατα που αναχάραζαν αμήχανα. Όταν τον πλησίασε , αυτός είχε ήδη κοντοσταθεί μερικές φορές. Τον βρήκε να κάθεται σκεπτικός κοντά στην όχθη του ποταμού, με τα νερά να βρέχουν τα πόδια του.
-“Το νερό ανακουφίζει τα πόδια μου“, είπε στη νεαρή που τον πλησίασε, “πες μου όμως τι κάνεις εδώ, κανείς δεν πρέπει να με ακολουθήσει“.
-“Έχω την άδεια του αρχηγού να σε βοηθήσω, είπε πως είσαι πολύ γέρος και χρειάζεσαι βοήθεια για να τα καταφέρεις”, απάντησε ψευδέστατα η νεαρή προβατίνα. Το γέρικο πρόβατο την κύτταξε απορημένο με το θολό του βλέμμα. Σαν κάτι να θέλησε να πει, αλλά φαίνεται το μετάνιωσε. Ίσως δεν είχε το κουράγιο. Μόνο σηκώθηκε αργά και κίνησε πάλι την πορεία προς το τέλος της κοιλάδας. Η Ατακτούλα συνέχισε να τον ακολουθεί, κάνοντας στάσεις για να δοκιμάσει το δροσερό χορτάρι, τρέχοντας γύρω από τον Αρχαίο, προσπαθώντας μερικές φορές να τον υποστηρίξει όταν τον έβλεπε να τρεκλίζει.

Όταν άρχισε να σουρουπώνει είχαν ήδη απομακρυνθεί αρκετά από το βοσκοτόπι. Πλησίαζαν πλέον την πρώτη στροφή του ποταμού, που ο Βαρβάτος είχε θέσει σαν όριο για την Αταχτούλα.
Αλλά το κοπάδι ήταν ήδη πολύ μακριά και η νεαρή δεν είχε σκοπό να σταματήσει. Η φαντασία της έτρεχε τώρα πιο πολύ κι απ’ τα γρήγορα πόδια της. Έτρεχε τόσο που δεν υπολόγισε
ότι θα μπορούσε να σκοντάψει πάνω στον κίνδυνο…

-“Μάλλον θα πρέπει να κοιμηθούμε, δεν αντέχω άλλο” βέλασε ο Αρχαίος στην Αταχτούλα καθώς ο ήλιος βούταγε εντυπωσιακά πίσω από τα βουνά.
-“Δεν θέλω να κοιμηθώ, θέλω να φτάσω τον ήλιο, να δω που πηγαίνει να κρυφτεί” απάντησε η Αταχτούλα, με την εφηβική της αφέλεια.
-“Πρέπει να παραδεχτώ ότι είσαι πολύ ασυνήθιστο πρόβατο” απάντησε ο Αρχαίος και χαμογέλασε, ίσως για πρώτη φορά την ημέρα εκείνη. Και για τελευταία φορά στην μακρότατη ζωή του.

Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα κοντά στο ποτάμι που κυλούσε αργά και γαλήνια. Εντελώς αθώα, ο γέρος με την έφηβη, ξάπλωσαν δίπλα δίπλα, για να αντέξουν τη παγωνιά. Ένα
ασημί, γεμάτο φεγγάρι τους φώτιζε απαλά. Κάπου στο βάθος σα ν’ αντήχησε ένα ουρλιαχτό. Αλλά το παράξενο ζευγάρι δεν το άκουσε. Είχε παραδοθεί στα προβατίσια όνειρά του.

Πατήστε για το Τρίτο Μέρος ή πηγαίνετε στην Αρχή της ιστορίας

https://tiny.cc/b3difx

  1 comment for “Η Χιλιοστή Γενιά – Μέρος 2ο

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.