Η Χιλιοστή Γενιά – Μέρος 3ο

Ο λύκος και το πρόβατοΜε την πρώτη αυγή τα δύο πρόβατα σηκώθηκαν απ΄ το πρόχειρο παχνί τους και κίνησαν πάλι την πορεία τους για το άγνωστο. Σύντομα ο ποταμός στένεψε και η όχθη του μετατράπηκε σε ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα στην κοίτη και τα βουνά που την περιέβαλαν.Τα νερά εκεί ήταν πιο ορμητικά και τα δύο πρόβατα στάθηκαν για λίγο και παρατηρούσαν εκστατικά τη δύναμη του νερού που ανταγωνιζόταν την πέτρα. Αν δεν είχαν απορροφηθεί τόσο από το θέαμα, ίσως και να είχαν προσέξει τα δύο μεγαλόσωμα ζώα που τους παρακολουθούσαν από μια συστάδα βράχων, περίπου πενήντα μέτρα ψηλότερα. Αλλά τα δύο πρόβατα δεν είχαν το κοινό στην άγρια φύση αίσθημα του κινδύνου, γιατί στην όμορφη κοιλάδα τους δεν είχαν κινδυνέψει ποτέ.
Έτσι συνέχισαν μέχρι που ο ποταμός άρχισε και πάλι να φαρδαίνει και να κυλάει ήρεμα. Η Αταχτούλα χοροπήδησε ανυπόμονα γύρω από τον ασθμαίνοντα Αρχαίο, είχε όρεξη για
πρωινή κουβέντα.

-“Δεν βλέπω κάτι διαφορετικό εδώ Αρχαίε, όλα ίδια φαίνονται , όπως στην κοιλάδα μας“. Αλλά ό Αρχαίος δεν μίλησε, μόνο συνέχισε να κινείται αργά, παράλληλα με την όχθη του
ποταμού. Όταν ξαφνικά ακούστηκε πολύ κοντά τους ένα γρήγορα θρόισμα στο χορτάρι και την επόμενη στιγμή δύο μεγαλόσωμοι γκρίζοι λύκοι πετάχτηκαν πάνω στον βραδυπορούντα Αρχαίο και τον έριξαν κάτω. Ακούστηκε μόνο μισό βραχνό βέλασμα όταν ο ένας από τους λύκους έμπηξε τα δόντια του στον λαιμό τού άτυχου προβάτου και το ζώο έκανε μόνο δυο τρεις σπασμωδικές κινήσεις πριν πεθάνει. Φαντάζεστε λοιπόν την τρομάρα της Αταχτούλας, που κανείς δεν την είχε προετοιμάσει για ένα τόσο σκληρό θέαμα. Από τον τρόμο της
ακινητοποιήθηκε αρχικά και άρχισε να βελάζει δυνατά. Έπειτα, σαν από ένστικτο, σκέφτηκε να τρέξει προς τα πίσω. Αλλά μόλις κίνησε για τον δρόμο της επιστροφής,
ένας άλλος λύκος στάθηκε μπροστά της και την ανάγκασε να σταματήσει απότομα. Λύκος; Για να είμαστε ακριβείς ήταν μία λύκαινα που την έλεγαν Σκύλα, γιατί και οι λύκοι είχαν
ονόματα στον παλιό εκείνο κόσμο. Ο πρώτος λύκος, που μόλις είχε αφαιρέσει την ζωή από τον Αρχαίο, ήταν ο Κακός και οι δυο τους ήταν το ηγετικό ζευγάρι μιας αγέλης δέκα περίπου
γκρίζων λύκων που ζούσαν στην περιοχή. Όταν λοιπόν η Ατακτούλα βρέθηκε μπροστά στην Σκύλα, η λύκαινα γρύλισε απειλητικά και της έδειξε τα μυτερά της δόντια. Ο Κακός που
πανηγύριζε ακόμα το φρέσκο του γεύμα, απευθύνθηκε στην κατά κάποιο τρόπο σύντροφό του και της είπε δυνατά:
-“Τι κάνεις εκεί Σκύλα; Γιατί δεν σκοτώνεις αυτή την μικρή μερίδα;
-“Αυτό θα κάνω Κακέ“, απάντησε με κάποιο ίχνος τρυφερότητας η άγρια λύκαινα, “αλλά ξέρεις αναρωτιέμαι, δεν έχω ξαναδεί ποτέ ένα τόσο μικρό πρόβατο. Μου φαίνεται περίεργο αυτό. Μήπως υπάρχει κάτι που μας διαφεύγει;
-“Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από ένα μικρό πρόβατο που δεν θα προλάβει να μεγαλώσει, γιατί θα το φάω αμέσως τώρα“, απάντησε ανυπόμονα ο Κακός και άρχισε να πλησιάζει την Ατακτούλα για να πραγματοποιήσει την απειλή του.

Η Ατακτούλα, όπως έχουμε εξηγήσει νωρίτερα, ήταν ένα ιδιαίτερο πρόβατο. Μπροστά στον τρομερή απειλή, παρά τους τρελούς χτύπους της καρδιάς της, το μυαλό της άρχισε να δουλεύει γρήγορα.
Είναι το ίδιο “αίσθημα” που έχουν και τα ανθρώπινα όντα όταν βρεθούν μπροστά σε μια σοβαρή απειλή για την ζωή τους. Τότε το ένστικτό “πουσάρει” το σώμα με μια γενναία δόση ενδορφίνης, μια έξτρα ενέργεια για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο.
-“Στάσου κύριε Κακέ, στάσου, γιατί να θέλεις να γευτείς ένα μικρό γεύμα όταν μπορείς να εξασφαλίσεις χωρίς κόπο ένα πολύ μεγαλύτερο; ” είπε χωρίς να διστάσει καθόλου η μικρή προβατίνα.
Ο Κακός κοντοστάθηκε αμήχανος μπροστά στην απροσδόκητη πρόταση. Δεν είχε συνηθίσει να κατακρεουργεί πρόβατα με νοημοσύνη :). Η θηλυκή λύκαινα όμως, που όπως και τα
ανθρώπινα θηλυκά ήταν πιο καλή στις διαπραγματεύσεις, αποφάσισε να συζητήσει με την Ατακτούλα.
-“Εξήγησε μας“, της είπε, “τί εννοείς; Που βρίσκεται αυτό το γεύμα;
-“Θα σας οδηγήσω εγώ“, απάντησε χωρίς να διστάσει καθόλου η Ατακτούλα, “αλλά το αντάλλαγμα θα είναι να μου χαρίσετε την ζωή.” Η Σκύλα σκέφτηκε για λίγο και έπειτα απευθύνθηκε στον Κακό.
-“Τι έχουμε να χάσουμε; Αν λέει ψέμματα θα την φάμε αργότερα” είπε με περίσσια αναλγησία η λύκαινα. Ο αρσενικός λύκος έπαιρνε πάντα σοβαρά τις προτάσεις της συντρόφου του. Και
όπως όλα τα εύπιστα αρσενικά του κόσμου μας, είχε αρχίσει ήδη να ονειρεύεται λουκούλλεια γεύματα με ζουμερά προβατάκια.
-“Ας είναι“, είπε, ” δέχομαι την συμβουλή σου

Έτσι λοιπόν η παράξενη παρέα, μία μικρή προβατίνα και δύο λύκοι, άρχισε να διασχίζει, αντίστροφα αυτή τη φορά, το μονοπάτι που οδηγούσε στην κοιλάδα. Ήταν μεσημέρι πια, αλλά τα ρωμαλέα ζώα κινούνταν πολύ γρήγορα χωρίς την βραδύτητα του μακαρίτη Αρχαίου. Στο τέλος της ημέρας είχαν φτάσει στην μέση της κοιλάδας και μπορούσαν να ακούσουν αχνά τα βελάσματα του κοπαδιού. Οι ανήσυχοι λύκοι οσμίζονταν συνεχώς τον αέρα, είναι άλλωστε περίφημοι για την οξύτατη όσφρησή τους. Η Ατακτούλα αναλογίστηκε για πρώτη φορά πως ίσως είχε κάνει ένα μεγάλο λάθος. Αλλά το ένστικτο της προσωπικής της επιβίωσης υπερίσχυσε.
-“Από ‘δω και πέρα μπορείτε να συνεχίσετε μόνοι σας,εγώ λέω  να πηγαίνω τώρα“, είπε χωρίς να έχει σκεφτεί προς τα που θα κατευθυνθεί. Η επιστροφή στο κοπάδι φάνταζε αδύνατη πια.
Ναι μπορείς να φύγεις” απάντησε η λύκαινα στην Ατακτούλα. Ο Κακός αγρίεψε προς στιγμή αλλά το νεύμα της θηλυκιάς τον επανέφερε στην τάξη. Εξάλλου ένα απίστευτο γεύμα απλωνόταν μπροστά του. Αρκετό για να τον απασχολήσει προς το παρόν.

Λίγο πριν, το ίδιο μεσημέρι, ο Βαρβάτος και η Μαντάμ ήταν ξαπλωμένοι δίπλα στο ποτάμι, σε ένα τρυφερό ενσταντανέ. Ή έτσι έδειχνε, μέχρι η πολύπειρη προβατίνα αποφασίσει να
διακόψει την σιωπή.
-“Δεν μου λες Βαρβάτε, ο καταρράκτης υπάρχει πραγματικά;
-“Φοβάμαι πως όχι Μανταμίτσα, αλλά μάλλον γνωρίζεις ήδη την απάντηση. Ο Αρχαίος ήταν κάποτε αρχηγός του κοπαδιού. Σου τα ξέρασε όλα ο γερο ξεκούτης όταν τον περιτρυγύριζες. Και ‘συ με δουλεύεις κανονικά με τις δήθεν αθώες ερωτήσεις σου” απάντησε με απίστευτη για πρόβατο σκληρότητα ο Βαρβάτος. Σηκώθηκε έξαφνα και γύρισε προς τα κάτω το κεφάλι του, έτοιμος για μάχη.
-” Την έστειλες στον χαμό της την Ατακτούλα.” βέλασε θυμωμένα τώρα η Μαντάμ.
-“ Eίναι αναπόφευκτο“, ανταπάντησε ο Βαρβάτος, “να αφήσουμε κάποτε την κοιλάδα. Είναι γραμμένο από τα παλιά. ΄Οταν κάποιος από εμάς γεράσει, φεύγει από την κοιλάδα. Το τί συμβαίνει μετά είναι ένα μυστικό που μεταδίδεται μόνο από αρχηγό σε αρχηγό, το κοπάδι δεν πρέπει να ξέρει. Κι εσύ Μαντάμ έχεις ξεπεράσει τα όριά σου , όπως κι η Ατακτούλα…” είπε ο Βαρβάτος στην ανήσυχη ξάφνου προβατίνα. Αλλά δεν μπόρεσε να τελειώσει την πρότασή του. Ένα πρωτόγνωρο ουρλιαχτό ακούστηκε στην μέχρι τότε ευτυχισμένη κοιλάδα. Ένα ουρλιαχτό λύκου. Ήταν η Xιλιοστή Γενιά και οι λύκοι είχαν έρθει να την καταλύσουν.

Πατήστε για το Τέταρτο Μέρος ή πηγαίνετε στην Αρχή της ιστορίας

http://tiny.cc/7x0ofx

  1 comment for “Η Χιλιοστή Γενιά – Μέρος 3ο

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.