Η Χιλιοστή Γενιά – Μέρος 4ο

Ο λύκος και το πρόβατοΤα τρομαγμένα πρόβατα έτρεχαν στην κοιλάδα, μα η αγέλη των λύκων τα είχε κυκλώσει μέσα στην θανατηφόρα λαβή της. Το νερό κοκκίνισε στο ποτάμι καθώς ο θάνατος έδειξε για πρώτη φορά το αποτρόπαιο πρόσωπό του στα ανέμελο κοπάδι. Όλη μέρα συνεχίστηκε η σφαγή και στο τέλος της το κοπάδι είχε χάσει πάνω από τα μισά του μέλη. Οι λύκοι είχαν καθίσει αποκαμωμένοι στις όχθες του ποταμού και έπαιζαν κάποτε κάποτε με τα μικρά τους, που μοιάζανε να μην κουράζονται ποτέ.

Όσα πρόβατα γλύτωσαν , κρύφτηκαν στις πρώτες συστάδες των δέντρων του διπλανού βουνού, μια περιοχή που τους ήταν άγνωστη, μιας και δεν χρειάστηκε ποτέ να την εξερευνήσουν, καλομαθημένα όπως ήταν από το πλούσιο χορτάρι της κοιλάδας. Ήταν τότε που ο ήλιος ετοιμάστηκε να γείρει και το σούρουπο μαλάκωσε με τα απαλά χρώματα το τοπίο, αλλά και τις ψυχές των ζωντανών. Τότε που οι φιγούρες των προβάτων άρχισαν να μοιάζουν με λευκά φαντάσματα ανάμεσα στις πρώτες σκιές της μακριάς νύχτας. Φαντάσματα της νύχτας ή ίσως φαντάσματα μια άλλης εποχής.
Ο Βαρβάτος και η Μαντάμ, που τους είχαμε αφήσει στην άκρη της κοιλάδας να λογομαχούν, ήταν από τα τυχερά ζώα που κατάφεραν να ξεφύγουν έγκαιρα από την κυκλωτική κίνηση των λύκων. Κρυμμένος σε ένα ύψωμα, που σχημάτιζε πλάτωμα σαν μπαλκόνι ανάμεσα στα πελώρια πεύκα, ο Βαρβάτος παρακολούθησε με φρίκη την σφαγή της φυλής του. Με διαφορά λίγων λεπτών έφτασε στο ύψωμα και η Μαντάμ, μαζί με μια μικρή παρέα θηλυκών και μερικά κριάρια που έτρεχαν στις πλευρές τους και τις προστάτευαν.

Η ομάδα σχημάτισε τότε ένα μικρό κύκλο και παρέμεινε για ώρα σιωπηλή. Κάποια στιγμή όμως ένα νεαρό κριάρι, ο Γόης, που έσκαβε άσκοπα το χώμα με την οπλή του, δεν άντεξε και έσπασε την σιωπή:

-“Βαρβάτε θα μας πεις τι συνέβη σήμερα;“. βέλασε με τόνο απειλητικό. Ο Βαρβάτος όμως έμεινε σιωπηλός, δεν φαινόταν να έχει όρεξη για κουβέντες. Τότε όμως και τα υπόλοιπα πρόβατα, σα να θάρρεψαν μετά την ερώτηση του νεαρού κριαριού και άρχισαν να βελάζουν απειλητικά. Ο Γόης, που εξέλαβε σαν υποστήριξη τα βελάσματα της υπόλοιπης παρέας, επανέλαβε την ερώτηση με περισσότερη αυτοπεποίθηση τώρα.
-“Λέγε ρε“, ρώτησε με αναιδέστατο τρόπο αυτή τη φορά. Η απειλητική σιωπή συνεχίστηκε και η Μαντάμ παρακολουθούσε ανήσυχη τον εραστή της, σιωπηλό και με κατεβασμένο το κεφάλι. Προσπάθησε τότε να εκτονώσει την πίεση:
-“Να δείξουμε σεβασμό στον αρχηγό μας“, φώναξε με την γεμάτη θηλυκότητα φωνή της, αλλά μέσα στην γενική βαβούρα δεν ακούστηκε και τόσο δυνατά. Η παρέα με τα πρόβατα όλο και στένευε τον κύκλο γύρω από τον αρχηγό, με ξεκάθαρα απειλητικές διαθέσεις πια. Τότε ο Γόης σε μια φαινομενικά απερίσκεπτη στιγμή, πουσαρισμένος ίσως από την τεστοστερόνη του, έριξε την πρώτη κουτουλιά στον σιωπηλό και θλιμμένο αρχηγό. Παραδόξως ο Βαρβάτος συνέχισε την παθητική του στάση και δεν ανταπέδωσε το χτύπημα. Τότε και τα άλλα νεαρά κριάρια ξεθάρρεψαν και άρχισαν να κουτουλάνε με δύναμη τον αρχηγό τους, μέχρι που τον έριξαν αιμόφυρτο στο έδαφος. Αλλά συνέχισαν ακόμα και τότε το αποτρόπαιο έργο τους, δείχνοντας πρωτόγνωρα στο κοπάδι μας ένστικτα κανιβαλισμού.

Αποκαμωμένος, σχεδόν ετοιμοθάνατος ο Βαρβάτος προσπάθησε να μιλήσει. Η Μαντάμ που είχε λουφάξει εκεί γύρω έσκυψε κοντά του και φαίνεται πως κάτι της ψιθύρισε στο αυτί. Αλλά σύντομα κι αυτή αποσύρθηκε τρομαγμένη καθώς ο Γόης είχε πάρει φόρα και με μια δυνατή τελευταία κουτουλιά, έριξε τον Βαρβάτο στην πλαγιά του βουνού. Μερικοί υπόκωφοι γδούποι ακούστηκαν στην σιγαλιά, καθώς το άψυχο πλέον σώμα του Βαρβάτου κατρακυλούσε με φόρα προς το πεπρωμένο του.

Συνεχίζεται…

 Πηγαίνετε στην Αρχή της ιστορίας

goo.gl/K9jyAT

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.